ΤΟ ΠΑΖΛ ΚΕΦ.3



-ELENI SKAYIA-

  Η αδίστακτη εικόνα είχε χαθεί απο τα βουρκωμένα μάτια της μα αυτή ακόμα μπορούσε να τους κοιτά, εκεί, αγκαλιασμένους και χαμογελαστούς. Το συναίσθημά σαν κεραυνός έπεσα πάνω στο στήθος της κάνοντας το κορμί της να διπλώσει και να τιναχτεί προς τα πίσω. Η Φαίδρα ισορρόπησε και παρέμεινε σκυφτή, με τις παλάμες να πιέζουν το κεφάλι της. Δεν της έφταναν όλα, τώρα και οι σκέψεις την πυρπολούσαν αλύπητα φτιάχνοντας σενάρια που την πλήγωναν. Άξαφνα ίσιωσε το σώμα πετώντας το κεφάλι ψηλά. Οι γροθιές έσφιξαν, το δέρμα τεντώθηκε και το χρώμα άλλαξε. Τα δάκρυα βρήκαν ευκαιρία και κύλησαν στο πλάι. Σύρθηκαν δίπλα στα μάγουλα μέχρι να ενωθούν στο κέντρο του λαιμού της. Η φωνή μέσα της την τρυπούσε ενώ αυτή μονομαχούσε μαζί της για να μην ξεχυθεί στη νύχτα και τρομάξει ως και το φεγγάρι. Φοβήθηκε οτι θα έσβηνε τ’άστρα και θα καταδίκαζε τους ανθρώπους στ’ απόλυτο, δικό της, σκοτάδι. Οι απορίες διαδέχονταν η μία την άλλη μα οι απαντήσεις ανύπαρκτες. Για πρώτη φορά ένιωσε το σπίτι της να την στριμώχνει. Οι τοίχοι ταλαντεύονταν… έδειχναν να την πλησιάζουν και αυτή ήταν σίγουρη πως θα την συνέθλιβαν πριν προλάβει να του πει οτι ζούσε για εκείνον. Ο αέρας λιγόστευε και οι παλμοί έφταναν ως τον Θεό. Μια ανάσα. Μια μεγάλη αληθινή ανάσα ήθελα και ασυναίσθητα έφτασε πίσω απο την αμπαρωμένη πόρτα του διαμερίσματος. Το χέρι την κορόιδεψε πιάνοντας τους σύρτες που χρόνια την προστάτευαν. Αργά τους τράβηξε και έπειτα συνέχισε με τα επόμενα πια εμπόδια που την κρατούσαν μακριά του. Το κλειδί γύρισε γρήγορα και η Φαίδρα κατέβασε το πόμολο ανοίγοντας την πόρτα διάπλατα. Έμεινε ακίνητη με τα μάτια κολλημένα στον τοίχο του διαδρόμου και τα πόδια ριζωμένα στο άγριο χαλί της. Κοίταξε το πάτωμα και άρχισε να υπολογίζει πόσα βήματα έπρεπε να κάνει για να βγει έξω απο την είσοδο της. Τα γόνατα έτρεμαν και το στομάχι της είχε γίνει μια μάζα σκληρή που την δυσκόλευε. Μα η ανάγκη της για τον άντρα που της στέρησε την καληνύχτα ήταν ισχυρότερη και δειλά τα πόδια κινήθηκαν. Η Φαίδρα βρέθηκε να περπατά στον διάδρομο βαστώντας τους τούχους δεξιά και αριστερά. Με την ξεχειλωμένη φόρμα της, την τρύπια κοντομάνικη μπλούζα της και τα γυμνά της πέλματα συνέχιζε να προχωρά αδιαφορώντας για την απόσταση που στα μάτια της, αντί να λιγοστεύει, μεγάλωνε. Το τέρμα αυτής της διαδρομής μάκραινε και στένευε παράλογα αλλά εκείνη έλεγε μέσα της οτι θα τα κατάφερνε. 
Μπορεί να της έπαιρνε μέρες και νύχτες. 
Μπορεί να χρειαζόταν βδομάδες ή μήνες, ακόμα και χρόνια αλλά θα τα κατάφερνε. 
Ο ιδρώτας έσταζε απο το μέτωπό της και η ανάσα της όσο πήγαινε βάραινε. Ένιωθε να φτάνει ως το στήθος ο αέρας και τα πνευμόνια να απλώνονται μάταια να τον πιάσουν. Κουραζόταν και φοβόταν μα συνέχιζε μέχρι που το κορμί σωριάστηκε και τα γόνατα χτύπησαν το καλυμμένο, απο πλαστικό, πάτωμα. Έπεσε μπροστά βάζοντας τις παλάμες για στήριγμα και προχώρησε σαν μωρό που τώρα ανακάλυπτε τον τρόπο να κινείται μόνο. Έτσι, με τον φόβο φωλιασμένο στην ψυχή και τον πανικό να αγκαλιάζει το κορμί της κατέληξε στις σκάλες. Κατέβηκε τρεις ορόφους καθιστή στον ίδιο ρυθμό και σταμάτησε αντικριστά απο την κεντρική πόρτα. Ακριβώς απέναντι, εκείνη που τον είχε καταπιεί. Η θύρα που τον τράβηξε μέσα της με δυο θηλυκά, κόρες του ερέβους. Θα τον μάγευαν σκέφτηκε και σηκώθηκε αμέσως όρθια. Ο χώρος μπρος της ξανοιγόταν και πλέον έπρεπε να κολλήσει το κορμί της σε ένα απο τους δύο τοίχους για να συνεχίσει. Με ανύπαρκτη ισορροπία, λες και βρισκόταν σε φουρτουνιασμένη θάλασσα κατάφερε να στηριχθεί σ’ αυτόν που απείχε λιγότερο. Όταν το μαρτύριο τελείωσε και εκείνη άγγιξε το τζάμι της κεντρικής εισόδου ένα άλλο την περίμενε. Ο μόνος σύμμαχος η νύχτα και αυτή είχε εναποθέσει όλες τις ελπίδες πάνω της. Θα γινόταν το δεκανίκι της, ο φύλακας άγγελός της, που θα την οδηγούσε μόλις μερικά μέτρα στο απέναντι πεζοδρόμιο. Η Φαίδρα άνοιξε και με ένα βήμα πάτησε τις τσιμεντένιες πλάκες με τα ξιπόλητα πόδια της. Το κρύο αυτή την εποχή ήταν άγριο μα εκείνη ούτε που το ένιωθε. Ο ψυχρός αέρας έπεφτε πάνω της αλλά η ζήλια παρέα με την αγωνία ένας υπερφίαλος συνδυασμός, που δεν άφηνε περιθώριο στις αισθήσεις. Κλειδωμένο όλο της το είναι σε έναν και μόνο στόχο. Άρχισε να διασχίζει την απόσταση με τα χέρια κρεμασμένα πλάι στο σώμα και το κεφάλι ευθεία μπροστά. Αδιάφορη για τον δρόμο και οτιδήποτε μπορούσε να συναντήσει εκείνη τη στιγμή. Το μυαλό της κολλημένο στην καρδιά που αρρώσταινε. Σταμάτησε δίπλα στο ποδήλατό του που βρισκόταν κλειδωμένο στην κολόνα του φανοστάτη και έστριψε το κεφάλι στο μέρος του. Ο αγκώνας λύγισε και τα δάχτυλα χάιδεψαν το τιμόνι σα να ήταν πολύτιμο και εύθραυστο ταυτόχρονα. 
Και ήταν. 
Ότι άγγιζε εκείνος είχε αξία ανεκτίμητη και ευαισθησία όπως τα σπάνια πετράδια που κρύβονται στα σωθικά της γης. Η Φαίδρα αδυνατούσε να σταματήσει να νιώθει το άψυχο μεταλλικό όχημα στο δέρμα της και έσυρε τα δάχτυλα της στην μπάρα που φιλοξενούσε τη σέλα. Μ’ ένα βήμα το κορμί της έστριψε μπροστά στο ποδήλατο και το ελεύθερο άκρο της διεκδίκησε το δικό του μερίδιο στο δίτροχο αντικείμενο. Η γυναίκα το χάιδευε με τα βλέφαρα κλειστά  και θα ορκιζόταν οτι έπιανε παλμό. Χτύπους αρμονικούς, καλοπροαίρετους. Χτύπους που έφτιαχναν λέξεις, προτάσεις κι ολόκληρες ιστορίες. Κάπου εκεί άκουσε το όνομά της και τα μάτια άνοιξαν. Είχε έναν σκοπό και δεν έπρεπε να χρονοτριβεί άλλο. Το σκοτάδι βαθύ και η γειτονιά της ήσυχη. Ούτε άνθρωποι ούτε και αυτοκίνητα κυκλοφορούσαν τέτοια ώρα, κάνοντας το έργο της ευκολότερο. 
Αυτή σκιά και ο κόσμος έρημος. 
Η Φαίδρα γύρισε απέναντι απο την είσοδο της πολυκατοικίας του και έριξε το βλέμμα της στον τοίχο με τα κουδούνια προχωρώντας αργά αργά στο μέρος τους. Όλα εκείνα τα φωτιζώμενα ταμπελάκια με τα ονόματα την ζάλιζαν και χρειάστηκε τα δάχτυλά της ακόμα μια φορά για να μάθει αυτό που επιθυμούσε. Απέσυρε τα μάτια της και ψηλάφισε τα κουδούνια μετρώντας ορόφους και διαμερίσματα. Το δικό του ήταν ζεστό και το χέρι της έμεινε εκεί για μερικά λεπτά σαν να αντλούσε τη θέρμη, με τη διαδρομή μέσα στο σώμα της να χρειάζεται λίγο χρόνο για να φτάσει την καρδιά. Το πρόσωπο γύρισε, τα βλέφαρα άνοιξαν και η Φαίδρα είδε… είδε τ’όνομα του έρωτά της και ήταν σαν να γεννιόταν εκείνη τη στιγμή. 
Άρης Ανυφαντής.
  “Άρη” μουρμούρισε και τα χείλη ζωγράφισαν ένα αχνό χαμόγελο. Ήταν οτι πιο όμορφο είχε δει γραμμένο. Ήταν οτι πιο όμορφο είχε ακούσει απο το στόμα της, οτι πιο αρμονικό και τα τρεια αυτά γράμματα χόρεψαν μπροστά της σαν μικρά χαρούμενα παιδιά. Αμέσως, με το νύχι της σκάλισε το πλαστικό κάλυμα και αφού το πέταξε κάτω έκλεψε το χαρτάκι απο μέσα. Η κοπέλα ένωσε τα χέρια φυλάσσοντας το πολύτιμο στοιχείο και δένοντας τα δάχτυλα τα κράτησε στην βάση του λαιμού της. Άξαφνα ένιωσε την παγωνιά να την τρυπά και τα μελανιασμένα χείλη άρχισαν να τρέμουν. Τον είχε στην παλάμη της και αναρωτιόταν πως να ήταν η αγκαλιά του. Απορούσε για την αίσθηση του κορμιού του και τα χέρια του γύρω της μα, αμέσως μετά, η μορφή των κοριτσιών την επανέφερε στην πραγματικότητα. Η εμφάνισή τους, το θάρρος τους και στο τέλος εκείνες οι μεταλλικές βαλίτσες σφηνώθηκαν στο νου. Οι λεπτομέρειες άναψαν μία προς μία και η Φαίδρα στάθηκε στις σκληρές τσάντες που κρατούσαν. Ζωγράφισε στο μυαλό το σχήμα τους, το κούμπωμα, τις γωνίες και ένα περίεργο σκάλισμα που είχαν στη βάση τους σαν ταυτότητα. Έσφιξε τα βλέφαρα προσπαθώντας να δει πιο καθαρά μα δεν τα κατάφερνε καθώς η αναστάτωση έκλεβε τις ικανότητές της. Σαν κατάρα η σκέψη, πως τον απολάμβαναν εκείνη τη στιγμή, της διέλυσε το όνειρο. Το σκόρπισε στο κρύο και η Φαίδρα τρόμαξε συνειδητοποιώντας οτι βρισκόταν έξω στον κόσμο πολύ ώρα. Κοίταξε απέναντι, την πόρτα της δικής της πολυκατοικίας. Την ένιωσε τόσο μακρυά, ταξίδι ολόκληρο, γολγοθά και έστριψε με το ζόρι το σώμα της προς εκείνη την κατεύθυνση. Έβαλε όλες τις δυνάμεις της για να σύρει τα γυμνά της πέλματα. Η βαριά αρματωμένη ψυχή της απο αμαρτίες γινόταν ασήκωτη και αυτή θα την κουβαλούσε σαν αλυσίδα φυλακισμένου ως το κελί της. Το παρελθόν ένας απηνής διώκτης που δεν την άφηνε σε ησυχία. Κάθε τόσο πόζαρε στη ζωή της θυμίζοντας την ταινία της ύπαρξής της. Η ντροπή έφτιαχνε το σενάριο και ο φόβος ο σκηνοθέτης, μα πάντα πρωταγωνίστρια εκείνη και οι πράξεις της. Είχε κλειδώσει τον εαυτό της για να σώσει την κοινωνία απο ένα ακόμα βδέλυγμα. Ένα σκουπίδι που λέρωνε, ένα αχάριστο πλάσμα που η εκτίμηση δεν είχε θέση για χρόνια στη ζωή του. Ανήθικο και φθηνό. 
Και με την σκέψη αυτή, η Φαίδρα τελικά μπήκε στο διαμέρισμά της κάθιδρη και λαχανιασμένη. Έκλεισε την πόρτα πίσω της ασφαλίζοντάς την και αφού κόλλησε την πλάτη πάνω, κατρακύλησε ως το πάτωμα. Κοίταξε τη γροθιά της και έπειτα την άνοιξε αντικρίζοντας το χρυσό ταμπελάκι, βολεμένο εκεί μέσα, να έχει επιβιώσει απο το μένος της.
  “Άρη” είπε άλλη μια φορά και το χτύπησε στο μέρος της καρδιάς της. 
Της άλλαζε τη ζωή. 
Της λοξοδρομούσε τη ρουτίνα και δεν ήταν καθόλου προετοιμασμένη. Το βλέμμα της ταξίδεψε στο σκοτάδι σταματώντας στο μικρό της γραφειάκι. Είδε το μπλοκ με τις σημειώσεις και σηκώθηκε όρθια πλησιάζοντας κοντά. 
Στάθηκε απο πάνω του. 
Σαν φάρσα τα γράμματα και οι αριθμοί. Κοροϊδία και αυτή δεν ήξερε απο που να ξεκινήσει τις διορθώσεις. Η θέα απο το παράθυρο δεν της ήταν πλέον αρκετή και λάθη δεν συγχωρούσε πια στον εαυτό της. Έτσι, μέσα της άνθισε η επιθυμία να μάθει όσα περισσότερα μπορούσε για τον Άρη της. Δεν γνώριζε τον τρόπο για να το καταφέρει κλεισμένη στο διαμέρισμά της, που δεν διέθεται μήτε τηλέφωνο μήτε υπολογιστή. Αλλά η Φαίδρα μόλις είχε βρει την καλύτερη αποστολή της ζωής της που οδηγούσε απευθείας στον κρυμμένο θυσαυρό της καρδιάς. Το κορμί της πήρε την γνωστή του θέση πίσω απο το τζάμι και το βλέμμα καρφώθηκε στην είσοδο της πολυκατοικίας του, ως το ξημέρωμα.

6.15 Εμφάνιση, μόνος, στην κεντρική είσοδο.
6.16 Τα μάτια του στρέφονται στ’αριστερά και έπειτα χαμηλώνουν.
6.17 Πλησιάζει. Το κορμί του σκύβει και τα δάχτυλα του πιάνουν απο το έδαφος το πλαστικό κάλυμμα. Σηκώνεται.
6.18 Το επεξεργάζεται και έπειτα το βλέμμα του συναντά της Φαίδρας μένοντας εκεί για μερικά λεπτά.

6.22 Η ρουτίνα έσπασε σε κομμάτια. 
Και οι σημειώσεις της δεν είχαν πλέον σημασία, γιατί ο άνεμος φυσούσε σ' άλλη κατεύθυνση και το καράβι της ζωής της άλλαζε πορεία. Γιατί το ένστικτο του Άρη λειτουργούσε άψογα δυομιση χρόνια και η κλοπή του ονόματός του ήταν η πρώτη επιβεβαίωση, η πρώτη αντίδραση, η αφετηρία αλλά κανείς τους δεν ήξερε ποιος ήταν ο τερματισμός.

Σχόλια