ΕΒΛΕΠΕ







  Τα μάτια της στραφτάλιζαν κλέβοντας απ’τη λάμψη των αστεριών. Δυο πέρλες που έκρυβαν του κόσμου τα μυστικά και τρεμόπαιζαν παρασυρόμενες από της καρδιάς τους χτύπους. Το κύμα σκέπαζε τα πόδια της κι αυτή ριγούσε νιώθοντας το απαλό μα ψυχρό άγγιγμά του. Οι σκέψεις ταξίδευαν στο παρελθόν και αδίστακτα έκαναν στάση στους τόπους με τις χίλιες συννεφιές. Εκεί ακριβώς που η ζωή είχε συγκεντρώσει όλες τις δυνάμεις της καταπίνοντας τη νεανική κι αθώα ψυχή της. Λίγες μόνο στιγμές ήταν αρκετές για να ξεριζώσουν από μέσα της τους πλάτανους που με κόπο συγκρατούσαν στα κλαδιά τους τόσες αξίες.

  Θυμήθηκε την όμορφη γυναίκα που ο Θεός πάνω της είχε μεγαλουργήσει... το αψεγάδιαστο γλυπτό του που στόλιζε τον κόσμο. Θαύμασε ξανά το αέρινο βήμα της και το ποιητικό της χαμόγελο. Μύρισε το άρωμα των μεταξένιων μαλλιών της όταν ο αέρας αλήτικα τρύπωνε ανάμεσά τους και σκορπούσε την ευωδία ολόγυρα. Είχε ζηλέψει. Πράγματι, είχε συλλάβει τον εαυτό της να πλημμυρίζει με το συναίσθημα που η τελειότητα τής προκαλούσε... κι αμέσως μετά, αυτό μεταμφιεζόταν σε οίκτο και τη ράπιζε άσπλαχνα κάνοντας το κορμί της να υποφέρει. Ακριβώς όπως και το σπάνιο «λουλούδι» που μάζευε τα πέταλά του τις νύχτες προστατεύοντας τους στημόνες απο τους εισβολείς, λες και το φεγγάρι έκαιγε το πέπλο της ομορφιάς του για να το εκδικηθεί.

  Αναρωτιόταν αν η ομορφιά γεννά την ευτυχία. Αν η ομορφιά στρώνει τα κόκκινα χαλιά της τύχης. Αν η ομορφιά είναι το πολύτιμο εισιτήριο για της ζωής τους καλύτερους προορισμούς. Αναρωτιόταν... κι έπειτα «έβλεπε».

  Το αγγελόπλαστο θηλυκό μόλις έκλεινε τις πόρτες του στον κόσμο σωριαζόταν στο πάτωμα τής μοναξιάς του και κουλουριαζόταν σπάζοντας κάθε σπιθαμή του θεάρεστου έργου. Η χάρη του σαν ξερόφυλλο γινόταν έρμαιο των ανέμων και το χαμόγελο χανόταν κάτω από τις θύελλες των ανθρώπων που λίγο πριν το είχαν προσκυνήσει. Τα μάτια μούσκευαν κλειδώνοντας σε κάθε δάκρυ τη δυστυχία. Τους επέτρεπε να χαράζουν το αλαβάστρινο πρόσωπό της σβήνοντας το απόλυτο που άπαντες διέκριναν στην «επιφάνειά» του. Οι προβολείς είχαν αποσύρει το φως τους και λες πως εκείνη έπαιρνε ζωή από αυτούς, κρυβόταν στα σκοτάδια κανείς να μην τη δει τσαλακωμένη.

 Θυμήθηκε την όμορφη γυναίκα που ο Θεός πάνω της είχε μεγαλουργήσει... ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

Σχόλια

  1. Είμαι λίγο χαμένη γιατί δεν έχω καταφέρει εδώ και καιρό να βρώ όλα σου ταμυθιστορήματα μέχρι τώρα. Για να γίνω πιο σαφής περίπου ένα χρόνο και κάτι μήνες δεν είχα υπολογιστή από την στιγμή όμως που τον έφτιαξα μπαίνω στο blog σου και δεν μπορώ να βρώ τις παλιές σου αναρτήσεις και οι καινούργιες δεν μου βγαίνουν. Κάτι πάτησα και βρέθηκα εδώ και έτσι μου δίνεται η ευκαιρία να σου πω το πρόβλημα μου. Σε παρακαλώ απάντησε μου γιατί έχω στενωχωρηθεί πολύ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις